Τα περισσότερα ζευγάρια γνωρίζουν πως ο αριθμός των διαζυγίων διαγράφει μια ανοδική πορεία και ότι περίπου το 40%-55% των γάμων είναι πολύ πιθανό να εξελιχθεί σε διαζύγιο (Beck, 1988). Ειδικότερα τα νέα ζευγάρια είναι αισιόδοξα και πιστεύουν πως η δική τους σχέση θα είναι διαφορετική. Συχνά ωστόσο βιώνουν υπερένταση, δυσαρέσκεια και απογοήτευση λόγω των συγκρούσεων με το /τη σύζυγο και την αδυναμία τους να τις αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Φαίνεται λοιπόν πως η αγάπη και όλα τα απορρέοντα αγαθά μιας σχέσης όπως συντροφικότητα, αποδοχή και υποστήριξη δεν είναι από μόνα τους αρκετά για να τη διατηρήσουν. Κατά τον Beck υπάρχουν τρεις δυνάμεις ικανές να κλονίσουν μια σχέση: αποθαρρυντικές διαψεύσεις, ακραίες παρερμηνείες και αδύναμη επικοινωνία. Η τελευταία είναι αυτή που θα μας απασχολήσει και πιο συγκεκριμένα η εκπαίδευση ζευγαριών με στόχο την ανάπτυξη βασικών επικοινωνιακών δεξιοτήτων μέσα στα πλαίσια της γνωσιακής-συμπεριφοριστικής προσέγγισης.

1. Ιστορική Αναδρομή

Η Γνωσιακή Θεραπεία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στις αρχές της δεκαετίας του 1960 βασιζόμενη στις μελέτες, τα εννοιολογικά μοντέλα καθώς και τη θεραπεία που ανέπτυξε ο Aaron Beck και οι συνεργάτες του κυρίως για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης (Beck, 1963, 1964, 1967, 1972 cited in Dattilio & Padesky, 1995). Η λέξη γνωστική έχει λατινικές ρίζες (cognito = σκέψη) και αφορά τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος σκέφτεται, αποφασίζει, κατανοεί και ερμηνεύει ή παρερμηνεύει τους γύρω του. Το κύριο ωστόσο σημείο αναφοράς της θεραπείας είναι οι σκέψεις. Βασισμένος στις μελέτες του ο Beck υποστηρίζει ότι οι παραποιήσεις στη σκέψη δρουν υποστηρικτικά ως προς τις δυσλειτουργικές καταστάσεις του συναισθήματος. Επίσης, οι αλλαγές στις αντιλήψεις είναι δυνατό να επιφέρουν αλλαγές στο συναίσθημα και τη συμπεριφορά. Για το λόγο αυτό η εξερεύνηση και αναγνώριση των σκέψεων αποτελεί το στόχο παρέμβασης στη Γνωσιακή Θεραπεία.

Πιο συγκεκριμένα η θεραπεία ανεφέρεται στην αλληλεπίδραση πέντε βασικών στοιχείων: (1) το περιβάλλον στο οποίο εμπερικλείεται η εξέλιξη της διαταραχής καθώς και το πολιτισμικό, κοινωνικό περιβάλλον όπου βρίσκεται το άτομο, (2) τη βιολογική πλευρά, (3) τα συναισθήματα, (4) τη συμπεριφορά και (5) τις γνωσιακές διαδικασίες (Padesky 1986 cited in Dattilio & Padesky, 1995). Επίσης, δίνεται έμφαση στα ‘εδώ και τώρα’ προβλήματα των πελατών. Ο γνωσιακός θεραπευτής έχει συχνά το ρόλο δασκάλου σε ότι αφορά μεθόδους επίλυσης προβλημάτων. Για να επιτύχει σ’αυτό χρειάζεται να ερευνήσει το πρόβλημα εις βάθος παραβλέποντας τα επιφανειακά του στοιχεία.

Προκειμένου να παρατηρηθεί αλλαγή σε γνωσιακό επίπεδο, ο θεραπευτής δουλεύει σε συνεργατικό πνεύμα με τον θεραπευόμενο πάνω σε τρία επίπεδα. Σε πρώτο επίπεδο βρίσκονται οι αυτόματες σκέψεις. Αυτές έχουν ως βάση τους ιδέες και αντιλήψεις που έχουν οι άνθρωποι κάθε στιγμή και είναι συγκεκριμένες για συγκεκριμένες καταστάσεις. Στο αμέσως επόμενο, αλλά και βαθύτερο επίπεδο υπάρχουν οι επίκτητοι κανόνες και οι διαχρονικές αντιλήψεις που υπάρχουν σε όλες τις καταστάσεις και ονομάζονται βασικές υποθέσεις. Αυτοί οι κανόνες έχουν οργανωτικό χαρακτήρα για τις αντιλήψεις μας και θέτουν το υπόβαθρο των αυτόματων σκέψεων (π.χ. “δεν μπορείς να βασίζεσαι στους άντρες οτι θα σου συμπαρασταθούν”). Τέλος, στον πυρήνα βρίσκονται οι βασικές αντιλήψεις οι οποίες ονομάζονται σχήματα και χαρακτηρίζονται από ανελαστικότητα (π.χ. “ πάντα θα είμαι μόνος μου”).

Τα τρία αυτά επίπεδα συνδέονται μεταξύ τους γι’αυτό και κατά τη διάρκεια της θεραπείας υπάρχει σταδιακή αλλαγή σε κάθε ένα από αυτά. Η αρχή γίνεται από το πιο εύκαμπτο επίπεδο δηλαδή από τις αυτόματες σκέψεις. Ο πελάτης διδάσκεται πως να τις ελέγχει εφαρμόζοντας την τεχνική της καταγραφής. Στη συνέχεια ο θεραπευτής τον βοηθά να αναγνωρίσει τις βασικές υποθέσεις κάτω από τις αυτόματες σκέψεις του και τέλος ασχολούνται με τον έλεγχο των σχημάτων.  (Pattilio & Padesky, 1995)

Η ανάπτυξη, αλλά και η περεταίρω εξέλιξη της Γνωσιακής Θεραπείας οφείλεται στην επίδραση αρκετών σύγχρονων συμπεριφοριστών όπως ο Skinner (1938) με τη θεωρία του περί συντελεστικής μάθησης και ο Albert Bandura (1977) με τη θεωρία του περί μιμητικής μάθησης.

Κατά τη συντελεστική μάθηση γίνεται χρήση αμοιβών προκειμένου να ενισχυθεί μια συμπεριφορά και συγκεκριμένα οι πιθανότητες επανάληψης της επιθυμητής συμπεριφοράς στο εγγύς μέλλον. Μια συμπεριφορά (συντελεστής-ερέθισμα) συμβαίνει τυχαία ή αυθόρμητα και ακολουθείται από ένα γεγονός που προκαλεί ευχαρίστηση (ενίσχυση). Προκειμένου να αποκτήσει ο άνθρωπος μια νέα συμπεριφορά θα πρέπει μια συγκεκριμένη αντίδραση να ακολουθηθεί από ένα συμβάν στο περιβάλλον που να εκλαμβάνεται ως ενισχυτικό, θετικό για τον άνθρωπο (θετική ενίσχυση). Αν ωστόσο αναφερόμαστε στην εμφάνιση μιας συμπεριφοράς που τα αποτελέσματα της οδηγούν στην φυγή ή και αποφυγή ενός άσχημου γεγονότος τότε αναφερόμαστε στην αρνητική ενίσχυση. Η ενίσχυση μπορεί να δίνεται κάθε φορά που εμφανίζεται η συμπεριφορά ή σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τέλος, η τιμωρία αφορά την εφαρμογή ενός αρνητικού γεγονότος που στόχο έχει να μειώσει την πιθανότητα επανεμφάνισης της μη επιθυμητής συμπεριφοράς.( Μαλικιώση-Λοίζου, 1999)

Ο Bandura με τη σειρά του μίλησε για μάθηση μέσω της παρατήρησης και της μίμησης προτύπων πραγματικών ή συμβολικών, με τα οποία το άτομο επιθυμεί να ταυτιστεί. Ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς αποκτάται μιμητικά δηλαδή παρατηρώντας και επαναλαμβάνοντας τη συμπεριφορά άλλων ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτό ο Bandura εξήγησε την επιθετική συμπεριφορά των παιδιών. Ο Bandura (1965) είπε ότι οι διαδικασίες της μιμητικής μάθησης μπορούν να χρησιμοποιηθούν από πελάτες που θέλουν να αποκτήσουν αντιδράσεις που δεν είχαν παλιότερα. Η αλλαγή στη συμπεριφορά τους μπορεί να επιταγχυνθεί με τη χρήση ενισχύσεων. Αυτή η θεραπεία ενθάρρυνε και ώθησε τη Θεραπεία της Συμπεριφοράς να κάνει μια αξιοσημείωτη στροφή προς τον γνωσιακό χώρο (Dattilio & Padesky, 1995).

2. Συζύγικη προσέγγιση σύμφωνα με το Συμπεριφοριστικό μοντέλο

Μολονότι η Γνωσιακή Θεραπεία ζευγαριών δίνει μεγάλη έμφαση στις διαδικασίες της σκέψης και στα συστήματα αντιλήψεων των συντρόφων, συνδυάζει και περιλαμβάνει πολλές από τις στρατηγικές της Θεραπείας της Συμπεριφοράς.

Σύμφωνα με τη συμπεριφορική προσέγγιση, οι σύζυγοι που παίρνουν ικανοποίηση από το γάμο τους είναι εκείνοι που βιώνουν αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ τους. Οι Argyle & Henderson (1985; Harary &Battel, 1981 στην Χάιντς, 2000) όρισαν ως αποτελεσματική επικοινωνία την αλληλεπίδραση δυο ατόμων που κωδικοποιούν και αποκωδικοποιούν τα μηνύματα που ανταλλάσσουν διατηρώντας την αρχική τους σημασία και χωρίς να τα παρερμηνεύουν. Άλλα κριτήρια που καθιστούν την επικοινωνία δυο συζύγων ως αποτελεσματική είναι τα εξής: διάθεση για αυτοέκφραση, ευαισθησία στα συναισθήματα του άλλου, η αποδοχή κριτικής εκ μέρους του άλλου και η έκφραση σεβασμού και εκτίμησης προς το άλλο πρόσωπο.

Ένα μοντέλο που τυγχάνει μεγάλης αποδοχής και είναι βασισμένο στη θεωρία του Rogers, την κοινωνική μάθηση του Bandura (1977) καθώς και την συντελεστική μάθηση είναι το επικοινωνιακό μοντέλο του Guerney (1977). Ο θεραπευτικός στόχος του μοντέλου επιτυγχάνεται μέσα από την εκπαίδευση του ζευγαριού με συγκεκριμένες δεξιότητες επικοινωνίας.
Το πρώτο σύνολο δεξιοτήτων συμπεριφοράς ονομάζεται τρόπος έκφρασης. Σ’αυτό το στάδιο οι σύζυγοι μαθαίνουν οτι όταν ο ένας μιλά (εκφραζόμενος) ο άλλος που ακούει (ακροατής) δεν διακόπτει ή μιλά συγχρόνως. Επίσης, οι σύζυγοι μαθαίνουν να εκφράζουν τη δική τους υποκειμενική άποψη αποφεύγοντας γενικεύσεις, αοριστίες, ασάφειες, επιθετικές αναφορές ή κατηγορίες προς το πρόσωπο του άλλου. Η δήλωση του εκφραζόμενου θα πρέπει να συνοδεύεται από το αντίστοιχο συναίσθημα το οποίο με τη σειρά του είναι επιθυμητό να συνοδεύεται από την έκφραση ενός θετικού σημείου του ακροατή. Το συγκεκριμένο σημείο είναι ίσως από τα πιο δύσκολα της διαδικασίας γιατί όταν οι σύζυγοι είναι θυμωμένοι δυσκολεύονται να κάνουν θετικές σκέψεις για το πρόσωπο του άλλου (Χαιντς, 2000)

Το δεύτερο σύνολο δεξιοτήτων ονομάζεται μεθέκτικος τρόπος και είναι συνυφασμένος με το ρόλο του ακροατή. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας στοχεύει στην εκδήλωση πλήρους αποδοχής της επικοινωνίας των σκέψεων, απόψεων και συναισθημάτων του άλλου. Μέθεξη σημαίνει να μπούμε στο σώμα του άλλου και να μοιραστούμε τον κόσμο με τον τρόπο που τον βλέπει και τον νιώθει ακόμη και όταν διαφωνούμε (Guerney, 1977). Πέρα όμως από τη ζεστασιά και την αποδοχή υπάρχουν πράγματα που θα πρέπει να αποφευχθούν όπως:
Να μην κάνετε ερωτήσεις την στιγμή που εκφράζεται ο/η σύντροφος
Να μην εκφράζετε προσωπικές απόψεις ή συναισθήματα
Να μην ερμηνεύετε την κατάσταση για λογαριασμό του εκφραζόμενου
Να μην προτείνετε λύσεις
Να μην ασκείτε κριτική
Το τρίτο είδος δεξιοτήτων, η εναλλαγή των τρόπων, αναφέρεται στη στιγμή (πότε) που μπορεί ο ένας να αλλάξει τον τρόπο με τον άλλο προκειμένου να επιτευχθεί αμοιβαία κατανόηση και ικανοποίηση καθώς και επίλυση του προβλήματος χωρίς το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης. Ο εκφραζόμενος σύζυγος είναι αυτός/αυτή που επιτρέπει στον ακροατή σύζυγο να αλλάξει ρόλο αν κατά τη διάρκεια της συζήτησης έχει αντιμετωπισθεί με μεθεκτικό τρόπο ή αν ζητήσει απο τον ακροατή να συμφωνήσει (Guerney, 1977)

3. Συζυγική γνωσιακή προσέγγιση

Ο Gottman και οι συνεργάτες του (1976 στην Χαιντς, 2000) ήταν από τους πρώτους που τόνισαν οτι ο τρόπος που ερμηνεύται η συμπεριφορά του ενός συντρόφου από τον άλλο είναι ένας από τους παράγοντες που καθορίζει περισσότερο την αλληλεπίδραση παρά την ίδια τη συμπεριφορά. Θεωρήθηκε λοιπόν λογικό οτι οι σκέψεις που κάνουν οι σύζυγοι για το σύντροφο τους θα έπρεπε να αποτελέσουν το κύριο σημείο της διαδικασίας της αλλαγής.

Στη Γνωσιακή Θεραπεία ζευγαριών διακρίνονται τρεις γνωσιακές πλευρές: (1) τροποποίηση των μη ρεαλιστικών προσδοκιών γύρω από τη σχέση, (2) διόρθωση των κακών χειρισμών κατά το « πάρε-δώσε » της σχέσης και (3) χρήση αυτοκαθοδηγούμενων διαδικασιών που μειώνουν τη διαταραγμένη αλληλεπίδραση. Μια απο τις σημαντικότερες έννοιες του γνωσιακού θεραπευτή στη θεραπεία σε ζευγάρια είναι να αναγνωρίσει τα σχήματα και τις αντιλήψεις των συζύγων για τις σχέσεις γενικά και ειδικότερα για τη δική τους. Αυτό επιτυγχάνεται με τεχνικές όπως αυτή της αναγνώρισης των αυτόματων σκέψεων και τη σύνδεση τους με τα αντίστοιχα συναίσθηματα. Ωστόσο, ένα κοινό παράπονο όλων εκείνων των ζευγαριών που αντιμετωπίζουν προβλήματα είναι η έλλειψη αποτελεσματικής επικοινωνίας ανάμεσα στους συντρόφους.

Σύμφωνα με τον Beck (1988) υπάρχουν ορισμένες οδηγίες που μπορούν να κάνουν τις συζητήσεις ενός ζευγαριού πιο ευχάριστες καθώς και την επικοινωνία πιο αποτελεσματική.
· Συντονιστείται στο κανάλι του/της συντρόφου σας
Είναι απαραίτητο οι σύντροφοι να συντονίζονται και να πραματοποιούν μια ουσιαστική επαφή. Αν και μιλούν για το ίδιο θέμα η προσέγγιση τους μπορεί να διαφέρει τόσο πολύ που να αποτυγχάνουν να επικοινωνήσουν σε βάθος.
· Δείξτε οτι ακούτε αυτά που σας λέει
Πολλές φορές οι άνθρωποι ξεχνούν οτι η συζήτηση είναι μια αμφίδρομη διαδικασία που στοχεύει στην ανταλλαγή πληροφοριών και απόψεων. Έτσι συχνά ο ακροατής(ο σύζυγος τις πιο πολλές φορές) δεν αντιδρά και το μήνυμα που λαμβάνει ο άλλος σύντροφος (η σύζυγος) είναι οτι δεν ακούγεται. Μελέτες έχουν δείξει οτι, σε οτι αφορά το στυλ ομιλίας οι άνδρες και οι γυναίκες συμπεριφέρονται σαν να ανήκουν σε δυο διαφορετικές πολιτισμικές κατηγορίες. Τα κορίτσια μεγαλώνουν δημιουργώντας φιλίες που στηρίζονται στην ικανότητα τους να συζητούν. Η τάση τους να κρίνουν και να διαφωνούν θεωρείται λιγότερο αυταρχική από την αντίστοιχη των αγοριών. Σε αντίθεση ο κόσμος των αγοριών είναι πιο αυστηρά ιεραρχημένος και γίνεται προσπάθεια για υπεροχή και προσέλκυση προσοχής. Επίσης, όταν οι γυναίκες ακούν το δείχνουν προφέροντας ήχους όπως “μμ..” ή ”αχά” ενώ οι άντρες ακροατές παραμένουν σιωπηλοί.
· Μη διακόπτετε
Μολονότι η διακοπή της συζήτησης μπορεί να φαίνεται λογική σε αυτόν που διακόπτει, αυτό που επιτυγχάνεται είναι να χαθεί ένα μήνυμα και να δημιουργηθούν αρνητικές σκέψεις στο άτομο που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη δήλωση του. Και εδώ υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα δυο φύλα. Οι άντρες έχουν την τάση να διακόπτουν περισσότερες φορές από οτι οι γυναίκες
· Κάντε αποτελεσματικές ερωτήσεις
Μια καλά διατυπωμένη ερώτηση μπορεί να κάνει θαύματα , αλλά μια ερώτηση σε ακατάλληλη στιγμή, ανακριτική ή άσχετη είναι δυνατό να διακόψει την καλή ροή της συζήτησης. Οι ερωτήσεις του τύπου γιατί συχνά διακόπτουν τη συζήτηση διότι έχουν μια επικριτική χροιά. Αντίθετα ανοιχτές ερωτήσεις (“τι θα ήθελες να κάνουμε το βράδυ;”) ή ερωτήσεις πολλαπλών απαντήσεων (“θα ήθελες να βγούμε ή να μείνουμε σπίτι;”) μειώνουν την πιθανότητα να προκαλέσουμε την επιθετικότητα του/της συντρόφου.
· Χρησιμοποιήστε διπλωματία και διακριτικότητα
Αν και αυτός ο κανόνας φαντάζει στους περισσότερους ασύμβατος με τις διαπροσωπικές σχέσεις, εντούτοις όλοι μας έχουμε τρωτά σημεία, ανασφάλειες που ακόμη και ο πιο καλοπροαίρετος σύντροφος μπορεί να βλάψει (Beck, 1988)
Η διδασκαλία ωστόσο των δεξιοτήτων επικοινωνίας μέσα στο γνωσιακό πλαίσιο δε βασίζεται μόνο στην εκμάθηση και εφαρμογή των παραπάνω κανόνων. Κατά τη διάρκεια της άσκησης ο γνωσιακός θεραπευτής μπορεί να παρεμβαίνει, να υπενθυμίζει δεξιότητες, αλλά και να καθοδηγεί το ζευγάρι σε θέματα που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και βελτίωσης. Με την ολοκλήρωση της άσκησης ο θεραπευτής μπορεί να ζητήσει από το ζευγάρι ανατροφοδότηση σε οτι αφορά το βαθμό που η συγκεκριμένη εμπειρία ήταν διαφορετική ή παρόμοια με άλλες τους συζητήσεις. Ζητείται επίσης από το ζευγάρι να ονομάσει τα στοιχεία εκείνα που του άρεσαν σε σχέση με την άσκηση και τους τομείς δυσκολίας.

Με αυτόν τον τρόπο ο θεραπευτής βοηθά το ζευγάρι να παρακάμψει τις αδιαμφισβήτητες δυσκολίες ενός αυστηρά δομημένου πλαισίου προς όφελος της καλύτερης επικοινωνίας, κατανόησης , αποτελεσματικότερης επίλυσης των προβλημάτων καθώς και της μείωσης του θυμού.

Ο διάλογος που ακολουθεί στο Παράρτημα Α είναι απόσπασμα από τους Dattilio & Padesky (Συμβουλευτική Ζευγαριών, 1995, σελ. 98-104) και λειτουργεί επεξηγηματικά ως προς την παραπάνω διαδικασία.

Όπως φαίνεται στο διάλογο του Παραρτήματος Α ο θεραπευτής χρησιμοποίησε όλες τις αρχές της Γνωσιακές Θεραπείας, αλλά και πολλά στοιχεία του μοντέλου Guerney (1977), προκειμένου να βοηθήσει το ζευγάρι να θέσει σε εφαρμογή τις καινούριες του δεξιότητες, αλλά και να ενισχύσει το κίνητρο τους ώστε να τις επαναλάβουν ξανά απουσία του θεραπευτή.

4. Παράγοντες που εμποδίζουν την απόκτηση δεξιοτήτων επικοινωνίας

Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι είναι δυνατό να δυσκολέψουν την ικανότητα του ζευγαριού να μάθει και να εξασκήσει τις καινούριες δεξιότητες επικοινωνίας. Οι κυριότεροι απ’αυτούς τους παράγοντες είναι τρεις: οι διαπροσωπικές δυσκολίες, το έντονο συναίσθημα και οι παρεμβαλλόμενες απόψεις.

Σε οτι αφορά τις διαπροσωπικές δυσκολίες αυτές περιλαμβάνουν δυσκολίες σε οργανικό επίπεδο, αλλά και ψυχολογικό. Σε οργανικό επίπεδο είναι δυνατό να συναντήσουμε μαθησιακές δυσκολίες όπως αδυναμία σύνθεσης και επεξεργασίας γλωσσικών πληροφοριών που δίνονται στον προφορικό λόγο. Σε ψυχολογικό επίπεδο, το άτομο μπορεί να δυσκολεύεται να συναισθανθεί τις δυσκολίες και τα συναισθήματα άλλων ανθρώπων. Γι’αυτούς τους λόγους είναι σημαντικό ο θεραπευτής να γνωρίζει αν οι συγκεκριμένες δυσκολίες είναι παρούσες και σε μη συγκρουσιακές καταστάσεις. Αυτό μπορεί να αξιολογηθεί ερευνώντας κατά πόσο ο/η εν λόγω σύζυγος αντιμετωπίζει δυσκολίες στην επικοινωνία του με άλλους ανθρώπους και σε άλλες καθημερινές καταστάσεις.

Ο δεύτερος παράγοντας που μπορεί να επηρρεάσει την εκπαίδευση δεξιοτήτων επικοινωνίας είναι το έντονο συναίσθημα όπως θυμός, άγχος ή κατάθλιψη. Σύμφωνα με τους Beck et al. (1985 στους Dattilio & Padesky, 1995) η μεγάλη συναισθηματική φόρτιση συνδέεται με λανθασμένες γνωσιακές λειτουργίες. Έτσι αν ο ένας ή ακόμη χειρότερα αν και οι δυο σύζυγοι είναι θυμωμένοι τότε είναι δύσκολο να ολοκληρώσουν επιτυχώς μια άσκηση επικοινωνίας. Γι’αυτό το λόγο ο θεραπευτής διδάσκει στο ζευγάρι μεθόδους μείωσης του έντονου αρνητικού συναισθήματος πριν εξασκηθούν στις νέες τεχνικές επικοινωνίας.

Μολονότι πολλά ζευγάρια έχουν τις δυνατότητες εκμάθησης νέων δεξιοτήτων επικοινωνίας και δείχνουν να επιθυμούν τη βελτίωση της σχέσης τους ωστόσο καταβάλουν πολύ λίγη προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση. Στη Γνωσιακή Θεραπεία μια τέτοια περίπτωση δεν εκλαμβάνεται ως ένδειξη αντίστασης, αλλά ως ένδειξη ύπαρξης ουσιαστικών σκέψεων και συμπερασμάτων τα οποία παρεμποδίζουν την επικοινωνία καθώς και την προσπάθεια αλλαγής. Η απελπισία και οι απαισιόδοξες σκέψεις αποτελούν πραγματικά εμπόδια για αλλαγή γι’αυτό οι θεραπευτές πρέπει να τα αναγνωρίζουν και εξουδετερώνουν έγκαιρα ώστε να συνεχίσουν με τη θεραπεία. Ένας ακόμη τύπος αντίληψης που ενδέχεται να επιδράσει αρνητικά στην καλή επικοινωνία είναι η έλλειψη ανοχής απέναντι στις συναισθηματικές δυσκολίες των άλλων ανθρώπων. Πολλοί σύζυγοι πιστεύουν πως αν εκφράσουν τα αρνητικά τους συναισθήματα, θυμό, πόνο, απογοήτευση, τότε θα προκαλέσουν ψυχικό πόνο, ένταση και ενοχές.Υπάρχουν αντιλήψεις του τύπου “Είμαι κακός αν προκαλέσω πόνο στον σύντροφο μου”. Αυτές οι αντιλήψεις μπορούν να ελεγχθούν μέσω της καταγραφής των σκέψεων, βασική τεχνική της Γνωσιακής Θεραπείας. Η πραγματική αλλαγή θα έρθει αν εφαρμοσθούν νέες συμπεριφορές και από την αξιολόγηση τους κριθούν από το ζευγάρι ως ωφέλιμες. Ένας άλλος τύπος αντίληψης που μπορεί να επηρρεάσει την αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας είναι ο φόβος της συναισθηματικής οικειότητας. Εδώ υπάρχουν σκέψεις του τύπου “Αν με γνωρίσουν θα με απορρίψουν” ή “Αν πω τι πραγματικά νιώθω θα γελειοποιηθώ”. Σ’αυτή την περίπτωση ο θεραπευτής θα πρέπει να βοηθήσει το άτομο να αξιολογήσει τη χρησιμότητα και τον αντικειμενικό λόγο ύπαρξης τέτοιων αντιλήψεων. Όταν αυτές οι αντιλήψεις εντοπισθούν τότε μπορούν να ελεγχθούν σε σχέση με τις εμπειρίες του πελάτη.

Οι παραπάνω αντιλήψεις αποτελούν τους κύριους τομείς αντιλήψεων που μπορούν να επηρρεάσουν την λειτουργική επικοινωνία χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως είναι οι μοναδικές. Προκειμένου λοιπόν αυτές οι λανθασμένες αντιλήψεις να αξιολογηθούν στη διάρκεια της θεραπείας, ειναι καλό ο γνωσιακός θεραπευτής να τις εντοπίζει όσο το δυνατό πιο έγκαιρα.

Συνοψίζοντας παρατηρούμε οτι η διδασκαλία δεξιοτήτων επικοινωνίας αποτελεί μια βασική τεχνική στο χώρο της γνωσιακής θεραπείας ζευγαριών. Παράλληλα, είναι αδύνατο να παραβλέψουμε οτι συχνά στη διάρκεια της θεραπείας εφαρμόζονται συμπεριφοριστικές πρακτικές όπως αυτή της ενίσχυσης και της παρατήρησης θετικών συμπεριφορών. Ωστόσο, το βάρος πέφτει στην εξερεύνηση, αναγνώριση και τροποποίηση των αυτόματων σκέψεων, αντιλήψεων και πεποιθήσεων που οδηγούν σε γνωστικές διαστρευλώσεις. Οι τελευταίες διαταρράσουν την καλή ροή επικοινωνίας των συντρόφων, αλλά και τη συντηρούν. Τέλος, η πρόκληση για το παρόν και το μέλλον βρίσκεται στην εξέλιξη των τεχνικών που θα μπορέσουν να αλλάξουν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και με λιγότερες πιθανότητες παλινδρόμησης τις λανθασμένες σκέψεις και αρνητικές συμπεριφορές των συζύγων.

E-therapy : Ψυχοθεραπεία – Συμβουλευτική – Ψυχική Υγεία – Ψυχικές Διαταραχές – Αυτοβοήθεια – Ψυχολογία