Ο όρος βουλιμία (boulimia/boulimie) ανάγεται στην αρχαιότητα. Προερχόμενος από τις ελληνικές λέξεις βους και λιμός, απαντάται στα κλασσικά ιατρικά και θεολογικά εγχειρίδια με μια σταθερή σημασία: της παθολογικής κατάστασης “αδηφαγίας” που οδηγεί στην κατανάλωση υπερβολικών ποσοτήτων τροφής. Αυτή η ιδιαίτερη διαταραχή στη διατροφική συμπεριφορά, εμφανίζεται στην ψυχιατρική και ψυχαναλυτική βιβλιογραφία εδώ τουλάχιστον και έναν αιώνα. Ο Lassegue, ήδη από το 1873, αναφερόταν σε μια “ακατανίκητη ψευδή όρεξη”, αντιπαραθέτοντας την στην ψυχογενή ανορεξία (Lassegue, 1873). Ο Janet (1908) περιέγραψε μια κατάσταση μεταξύ εναλλαγής φάσεων ανορεξίας και κρίσεων Βουλιμίας συνοδευόμενων από τύψεις, στους ανορεξικούς ασθενείς. Ο Abraham (1924) μίλησε για “αυξημένη στοματική ανάγκη”, ο Freud (1925), για “έμετο ως υστερική άμυνα κατά της διατροφής” και ο Finichel (1945), είδε την βουλιμία ως μια “τοξικομανία δίχως λήψη ναρκωτικών”. Εντούτοις, αν και οι βουλιμικές συμπεριφορές είναι γνωστές από παλιά, παρέμειναν για πολύ στο “περιθώριο” των ερευνητικών προσπαθειών που ήταν εστιασμένες κυρίως στην φυχογενή ανορεξία. Ο εμφανής χαρακτήρας της τελευταίας, η βιοτική απειλή που ενέχει και που καθιστά καθοριστική την πρόγνωση της, καθώς και τα έκδηλα σωματικά της συμπτώματα, σύντομα οδήγησαν στην αναγνώριση της ως σοβαρής νόσου. Επιπλέον, παρόλο που επί σειρά ετών η ανορεξία εθεωρείτο νόσος κυρίως ενδοκρινικής φύσης, η αποτελεσματικότητα των μέτρων αποχωρισμού από το οικογενειακό περιβάλλον στην αντιμετώπιση των πιο έκδηλων συμπτωμάτων της ανορεξίας, οδήγησε στην ενίσχυση των θεωριών περί ψυχογενούς προέλευσης της. Οι σύγχρονες αιτιοπαθογενετικές θεωρίες είναι συνθετότερες, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την αγχώδη και καταθλιπτική συννοσηρότητα όσο και την πιθανή νευροβιολογική βάση της νόσου, αλλά και το ρόλο των παραγόντων του κοινωνικού -γενειακού περιβάλλοντος. Η διάγνωση της βουλιμίας είναι δυσκολότερη. Ακόμη και ο άμεσος κύκλος του ατόμου πάσχει από βουλιμία ενδέχεται να μην εντοπίσει κάποια συμπτώματα, καθώς έχει συνήθως φυσιολογικό σωματικό βάρος, ενώ οι κρίσεις παραμένουν κρυφές. Εξάλλου, ακόμη κι όταν τα συμπτώματα είναι εμφανή, η σημασία και η βαρύτητα τους παραγνωρίζονται εύκολα ώστε να θεωρούνται ακόμη και από ορισμένους ιατρούς, ως “καπρίτσια” των κακομαθημένων παιδιών της κοινωνίας της αφθονίας. Έτσι, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η εκ νέου ανακάλυψη της βουλιμίας, κατά τη δεκαετία του 1970, βασισμένη στις αρχικές περιγραφές που προαναφέρθηκαν, έγινε σε σχέση με την ψυχογενή ανορεξία που ήδη αναγνωριστεί. Το 1971, οι Brusset και Jeammet περιέγραψαν τις βουλιμικές φάσεις κατά την εξέλιξη της εφηβικής ψυχογενούς ανορεξίας. Το 1979, ο Lawrence Igoin εξέδωσε το έργο “Η Βουλιμία και η Κακοτυχία της” (La Boylimie et son Infortune), επισημαίνοντας “το απίστευτο μαρτύριο που Βιώνουν αυτοί οι ασθενείς, οι οποίοι διαμαρτύρονται ότι “δεν κάνουν τίποτε το αφύσικο, απλώς … τρώνε” (Igoin, 1979). Το ίδιο έτος, στην Αγγλία, ο Russel όρισε τα διαγνωστικά κριτήρια και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ψυχογενούς βουλιμίας, την οποία ερμήνευσε ως “μια δυσοίωνη παραλλαγή της ψυχογενούς ανορεξίας” (“Bulimia nervosa”: an ominous variant of anorexia nervosa”), (Russel, 1979). Σε αυτό το άρθρο, που αποτέλεσε Βασικό σημείο αναφοράς για τις μεταγενέστερες προσεγγίσεις, ο συγγραφέας περιγράφει την εξέλιξη δώδεκα περιπτώσεων ανορεξικών ασθενών σε αυτό που ονομάζει, κατ’ αναλογία της ψυχογενούς ανορεξίας, ψυχογενή Βουλιμία. Επιπλέον, αξιοσημείωτος σε αυτές τις πρώτες δημοσιεύσεις είναι ο δραματικός χαρακτήρας που αποδόθηκε σε μια παραμελημένη ως τότε παθολογία (εμφανή στις αναφορές στην “κακοτυχία” της Βουλιμίας και στην περιγραφή της ως “δυσοίωνης” παραλλαγής της ψυχογενούς ανορεξίας). Η σταδιακή αναγνώριση της πιθανότητας εμφάνισης Βουλιμίας πέρα και έξω από το πλαίσιο της ανορεξίας και, στη συνέχεια, οι πρώτες επιδημιολογικές μελέτες που διεξήχθησαν κατά τη δεκαετία του 1980, οι οποίες κατέδειξαν την ευρύτητα του φαινομένου (τρεις με πέντε φορές συχνότερη από την ψυχογενή ανορεξία) οδήγησαν, τελικά, στην εκτίμηση της Βαρύτητας της. Η αναγνώριση της συχνότητας εμφάνισης των Βουλιμικών συμπεριφορών αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο, των τελευταίων είκοσι ή τριάντα χρόνων, ενώ οι ερευνητές συμφωνούν για την επικράτηση του πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ισχύει για την ανορεξία. Χρειάστηκε, εντούτοις, η δημοσίευση πολυάριθμων άρθρων επί του θέματος, ιδίως σε ιατρικά περιοδικά και σε περιοδικά που απευθύνονταν κυρίως σε γυναίκες, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την άρση της προκατάληψης και οι ενδιαφερόμενες να μπορέσουν, μέσα από τις περιγραφές που διάβαζαν, να αναγνωρίσουν το πρόβλημα τους και να κατανοήσουν ότι επρόκειτο για πάθηση και όχι για προσωπική “ιδιοτροπία”. Έτσι, η Βουλιμία θεωρήθηκε πρόβλημα δημόσιας υγείας και η βαρύτητα των πιθανών οργανικών, ψυχολογικών και κοινωνικών συνεπειών της έγινε ευρέως αποδεκτή. Το ενδιαφέρον για τη διερεύνηση της αιτιοπαθογένειας της βουλιμίας αυξήθηκε, ενώ η αναγνώριση αυτής της νέας “επιδημίας” ανάγκασε τους κλινικούς να προβληματιστούν, τόσο σχετικά με το ρόλο των κοινωνικών διαδικασιών, όσο και για τη φύση των ψυχολογικών φαινομένων στα οποία θα μπορούσε να αποδοθεί η σύγχρονη έξαρση της διαταραχής.