Τα πρώτα διαγνωστικά κριτήρια για την Βουλιμία προτάθηκαν από τον Russel, ο οποίος όρισε τρία βασικά κλινικά χαρακτηριστικά της ψυχογενούς βουλιμίας (bulimia nervosa): “οι ασθενείς πάσχουν από ακατανίκητη και καταδυναστευτική παρόρμηση για υπερβολική κατανάλωση τροφής. Προσπαθούν να αποφύγουν την αύξηση του Βάρους τους προκαλώντας εμετούς, κάνοντας κατάχρηση καθαρτικών, ή και τα δύο συγχρόνως. Διακατέχονται από μια νοσηρή φοΒία ότι θα παχύνουν (Russel, 1979). Το 1983, ο Russel τοποθέτησε ένα επιπρόσθετο κριτήριο: “ένα προηγούμενο, έκδηλο ή λανθάνον επεισόδιο ψυχογενούς ανορεξίας” (Russel, 1983). Λίγα χρόνια αργότερα, δύο άλλοι Άγγλοι συγγραφείς, οι Fairburn και Garner (1986), πρόσθεσαν στα κριτήρια του Russel “τον ακραίο διατροφικό περιορισμό ως αντιστάθμισμα των Βουλιμικών επεισοδίων” και έδωσαν έμφαση σε ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό των Βουλιμικών κρίσεων: “η αίσθηση απώλειας του ελέγχου της διατροφής, έχει μεγαλύτερη διαγνωστική αξία από τη συνολική ποσότητα της τροφής που καταναλώνεται κατά τις διατροφικές κρίσεις”. Στην αμερικανική ταξινόμηση των κλινικών διαταραχών, η πρώτη αναφορά στη Βουλιμία εμφανίζεται στο DSM-III (3η έκδοση του Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, American Psychiatric Association, 1980). Η εξέλιξη των κρίσεων της βουλιμίας περιγράφεται ως εξής: “κρυφή κατανάλωση υπερθερμιδικών και ευκόλως απορροφούμε-νων τροφών, (…) λήξη των επεισοδίων με κοιλιακούς πόνους, υπνηλία, παύση λόγω κάποιου εξωτερικού γεγονότος, ή πρόκληση εμετού”. Υπογραμμίζονται επίσης οι ψυχολογικοί παράγοντες που συνδέονται με τις διατροφικές κρίσεις: “φόβος μήπως τα άτομα δεν μπορέσουν να ελέγξουν την ποσότητα της τροφής που καταναλώνουν, θλίψη και υποτίμηση του εαυτού μετά τις Βουλιμικές κρίσεις”, “επαναλαμβανόμενες απόπειρες απώλειας βάρους μέσω πολύ αυστηρής δίαιτας, προκλητών εμετών, ή χρήσης καθαρτικών ή διουρητικών, καθώς και συχνές αυξομειώσεις του βάρους” που εμφανίζουν οι ασθενείς. Η αναθεωρημένη έκδοση του DSM-III-R (American Psychiatric Association, 1987), εισάγει ως κριτήριο τη συχνότητα και επιμονή των κρίσεων προκειμένου να μιλήσουμε για κλινικώς διαγνώσιμη βουλιμία, ήτοι: “τουλάχιστον δύο κατά μέσο όρο βουλιμικά επεισόδια ανά εβδομάδα, σε διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών”, υπογραμμίζοντας μια υποκείμενη ψυχοπαθολογική συμπεριφορά, παρούσα και στην ψυχογενή ανορεξία: “υπέρμετρη και εμμένουσα ενασχόληση με το βάρος και το σχήμα του σώματος”. Τέλος, στο DSM-IV [American Psychiatric Association, 1994), αναθεωρήθηκε η καταλληλότητα και η εγκυρότητα των παραπάνω διαγνωστικών κριτηρίων, καθώς δημοσιεύθηκε μια σειρά κλινικών και επιδημιολογικών μελετών με μεγάλα δείγματα Βουλιμικών ατόμων (Dans-ky και συν., 1998, Flament και συν., 1998, Garfinkel και συν., 1998, Mitchell, 1998). Τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-1V για την Βουλιμία, εμφανίζονται στο Παράρτημα 22. Τα αντίστοιχα κριτήρια της τελευταίας Διεθνούς Ταξινόμησης Ψυχικών Διαταραχών (CIM-10)3 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO 1993) συμπίπτουν απολύτως